Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγωνίζομαι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ἀγωνίζομαι)
1. συναγωνίζομαι σωματικά ή πνευματικά για τα πρωτεία, για βραβείο
2. διεξάγω αγώνα, μάχομαι σε πόλεμο, πολεμώ
3. καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι, μοχθώ, κοπιάζω
αρχ.
1. συζητώ έντονα, εριστικά, προβάλλοντας σοφιστικά επιχειρήματα, επιχειρηματολογώ
2. αγορεύω στο δικαστήριο, υπερασπίζομαι μια υπόθεση
3. επωφελούμαι από κάτι
4. εξασκούμαι
5. παθ. φέρομαι σε πέρας, διεξάγομαι, κρίνομαι σε αγώνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγών.
ΠΑΡ. ἀγώνισμα, ἀγωνιστής
αρχ.
ἀγώνισις, ἀγωνισμός, ἀγωνιστήριον, ἀγωνιστικός.