Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγωνίζομαι

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

ἀγωνίζομαι)
1. συναγωνίζομαι σωματικά ή πνευματικά για τα πρωτεία, για βραβείο
2. διεξάγω αγώνα, μάχομαι σε πόλεμο, πολεμώ
3. καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια για να πετύχω κάτι, μοχθώ, κοπιάζω
αρχ.
1. συζητώ έντονα, εριστικά, προβάλλοντας σοφιστικά επιχειρήματα, επιχειρηματολογώ
2. αγορεύω στο δικαστήριο, υπερασπίζομαι μια υπόθεση
3. επωφελούμαι από κάτι
4. εξασκούμαι
5. παθ. φέρομαι σε πέρας, διεξάγομαι, κρίνομαι σε αγώνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγών.
ΠΑΡ. ἀγώνισμα, ἀγωνιστής
αρχ.
ἀγώνισις, ἀγωνισμός, ἀγωνιστήριον, ἀγωνιστικός.