Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματοποιός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: σωμᾰτοποιός Medium diacritics: σωματοποιός Low diacritics: σωματοποιός Capitals: ΣΩΜΑΤΟΠΟΙΟΣ
Transliteration A: sōmatopoiós Transliteration B: sōmatopoios Transliteration C: somatopoios Beta Code: swmatopoio/s

English (LSJ)

όν,

   A giving bodily existence, Iamb. Myst.8.1 (v.l. σώματα ποιὰ).

Greek Monolingual

-όν, Α
αυτός που δίνει σωματική υπόσταση, που δίνει υλική ύπαρξη σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -ποιός].