Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματοφθορώ

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

-έω, Α
καταστρέφω το σώμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -φθορῶ (< -φθόρος < φθείρω), πρβλ. κατοικο-φθορῶ, οικο-φθορῶ].