Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματόστρωτος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek (Liddell-Scott)

σωμᾰτόστρωτος: -ον, ἐστρωμένος μὲ σώματα, πεδιάδας... σωματοστρώτους Κ. Μανασσ. Χρον. 3184.

Greek Monolingual

-ον, Μ
(για χώρο) στρωμένος με σώματα νεκρών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σῶμα, σώματος + -στρωτος (< στρωτός < στόρνυμι), πρβλ. λιθόστρωτος.