Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σωματώ

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-όω, ΜΑ σῶμα, σώματος]
1. προσδίδω σωματική υπόσταση, υλική φύση σε κάτι, ενσαρκώνω («ὁ Λόγος ἑαυτὸν ἐσωμάτωσε», Καισ. Ναζ.)
2. παθ. σωματοῡμαι -όομαι
γίνομαι στερεότερος, υλικότερος (α. «ὀποὶ σωματωθέντες», Θεόφρ.
β. «τὸν ἀέρα σωματοῡσθαι», Αριστοτ.).