Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

προσδίδω

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

προσδίδωμι ΝΜΑ, προσδίνω Ν
παρέχω κάτι επιπροσθέτως (α. «του προσέδωσε δύναμη» β. «οὐδένα ἂν πώποτε ἀφείλετο, ἀλλ' ἀεὶ πλείω προσεδίδου», Ξεν.)
νεοελλ.
δίνω σε κάτι ένα πρόσθετο χαρακτηριστικό, δίνω σε κάτι χαρακτήρα, ιδίως καλό («εφ' ών το φέγγος της σελήνης πίπτον προσέδιδε γλυκείαν μελαγχολικήν όψιν», Παπαδ.)
αρχ.
1. δίνω ως μερίδιο σε κάποιον
2. (για ιερέα που θυσιάζει) διανέμω, μοιράζω («οὐδεὶς προσδώσει μοι τῶν σπλάγχνων», Αριστοφ.)
3. προσφέρω κάτι από φιλανθρωπία, ελεώ («καί πού τι καὶ βορᾶς μέρος προσέδοσαν οἰκτίραντες», Σοφ.)
4. παραχωρώ, επιτρέπω
5. δίνω κάτι στο χέρι κάποιου («τὸν Καίσαρα τῷ Κάτωνι προσδοῡναι τὸ δελτάριον ἐγγὺς ἑστῶτι», Πλούτ.).