Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τέρψη

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

η / τέρψις, -εως, ΝΜΑ, και ιων. τ. γεν. -ιος Α τέρπω
1. ευχαρίστηση, ηδονή
2. χαρά, ευφροσύνη
νεοελλ.
διασκέδαση, ψυχαγωγία
αρχ.
φρ. «τέρψις ἔστι μοι»
(με απαρμφ.) είναι τέρψη μου, αισθάνομαι χαρά που... (Σοφ.).