Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τρίμακρος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: τρῐμακρος Medium diacritics: τρίμακρος Low diacritics: τρίμακρος Capitals: ΤΡΙΜΑΚΡΟΣ
Transliteration A: trímakros Transliteration B: trimakros Transliteration C: trimakros Beta Code: tri/makros

English (LSJ)

ον, in metre,

   A of three long syllables, Choerob. in Heph.p.217 C.

Greek (Liddell-Scott)

τρίμακρος: -ον, ἐν τῇ μετρικῇ, ὁ συνιστάμενος ἐκ τριῶν μακρῶν συλλαβῶν, ὁ μολοττὸς δὲ τρίμακρος Τζέτζ. ἐν Κραμήρ. Ὀξ. Ἀνεκδ. τ. 3, σ. 305, 4.

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
(στη μετρική) αυτός που αποτελείται από τρεις μακρές συλλαβές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τρι- + μακρός.