Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τραχήλιον

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: τρᾰχήλιον Medium diacritics: τραχήλιον Low diacritics: τραχήλιον Capitals: ΤΡΑΧΗΛΙΟΝ
Transliteration A: trachḗlion Transliteration B: trachēlion Transliteration C: trachilion Beta Code: traxh/lion

English (LSJ)

τό, Dim. of τράχηλος,

   A butt-end of a spear, EM732.1, Harp. s.v. στύραξ.

Greek (Liddell-Scott)

τρᾰχήλιον: τό, ὑποκορ. τοῦ τράχηλος, τὸ κάτω τοῦ δόρατος, σαυρωτήρ, στύραξ, Ἐτυμ. Μέγα 732, 1, ἐν λ. στύραξ.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
viande du cou, viande de rebut, basse viande.
Étymologie: τράχηλος.

Greek Monolingual

τὸ, Α τράχηλος
(ως υποκορ. του τράχηλος)
1. το κάτω τμήμα ενός δόρατος, ο στύραξ
2. στον πληθ. βλ. τραχήλια.