Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τσακίδια

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

τα, Ν
1. μέρος όπου μπορεί κανείς να γκρεμιστεί
2. φρ. «σύρε [ή άει ή άμε] στα τσακίδια» — φύγε να μην σέ βλέπω, εξαφανίσου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τσακίζω + κατάλ. -ίδια (πρβλ. πριον-ίδια)].