Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὥσπερ

L'amor che move il sole e l'altre stelleLove that moves the sun and the other stars
Dante Alighieri, Paradiso, XXXIII, v. 145
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὥσπερ Medium diacritics: ὥσπερ Low diacritics: ώσπερ Capitals: ΩΣΠΕΡ
Transliteration A: hṓsper Transliteration B: hōsper Transliteration C: osper Beta Code: w(/sper

English (LSJ)

or ὥς περ, Adv. of Manner, A like as, even as, ζῆν ὥσπερ ἤδη ζῇς S.Ph.1396; ἐσῴζετ' ἂν... ὥσπερ οὐχὶ σῴζεται Id.El.994; but the Verb is more often left to be supplied, οὔ τι κατακρύπτουσιν... ὥσπερ Κύκλωπες Od.7.206, cf. 2.333, Il.4.263, 14.50; ἔξεστί θ', ὥσπερ Ἡγέλοχος, ἡμῖν λέγειν . . Ar.Ra.303; τεταγμένοι ὥσπερ ἔμελλον Th.4.93; τοῖς ἠτυχηκόσιν ὥσπερ ἐγώ D.45.1; Hom. freq. puts a word between ὡς and περ, e.g. ὡς σύ περ αὐτή, ὡς τὸ πάρος περ, ὡς ἔσεταί περ Od.19.385, Il.5.806, 1.211; as for instance, ὅταν χορὸς . . γίγνηται, ὥσπερ <ὁ> εἰς Ηλον πεμπόμενος X.Mem.3.3.12; ὥσπερ differs from ὡς in Hom., in that it seldom has an antecedent expressed, as in Il.24.487, τηλίκου ὥσπερ ἐγών; also in Hes.Th.402, ὣς δ' αὔτως... ὥσπερ ὑπέστη; but in Trag. and Att. ὥσπερ is very freq. after demonstr. words; before οὕτως, Meliss.3, Ar.Av.188; after it, S.Tr.475, etc.; ὥσπερ καὶ... οὕτω καὶ . . X.Cyr.7.5.75, cf. Pl.R.354b; ὥσπερ.. ὧδε . . S.OT276; τοιοῦτος ὥσπερ Pl.Prt.327d; αὐτοῦ ὥσπερ εἶχον just as they were, then and there, Hdt. 2.121.δ, cf. S.Ant.1235; εὐθὺς ὥσπερ εἶχεν X.An.4.1.19; εὐθὺς ὥσπερ ἔτυχε Id.HG3.1.19; τὰν τράπεζαν κάτθετε ὥσπερ ἔχει Sophr. in PSI11.1214a2; καὶ τὸν δαελὸν σβῆτε ὥσπερ ἔχει on the spot, ib.14: c. gen., ὥσπερ ἔχει δόξης Pl.R.612d: strengthened, ὥσπερ γε just exactly as, Ar.Nu.673; ὥσπερ καί even as, ὡς καὶ ἐγώ περ Il.6.477; ὥσπερ καὶ ἄλλο τι Th.1.142, etc.: ὥσπερ also follows ἴσος, in Od.20.282, μοῖραν . . ἴσην, ὡς αὐτοί περ ἐλάγχανον, cf. S.El.533; so after ὁ αὐτός, Pl.Phd.86a, D.9.33; after ὅμοιος, ὅμοιος ἀτμὸς ὥσπερ ἐκ τάφου πρέπει A.Ag.1311, cf. Th.4.34. 2 ὥσπερ ἄν c. subj., v. infr.III; c. opt., ὥσπερ ἄν τις . . λέγοι Pl.Phd. 87b, cf. X.HG3.1.14; cf. ὡσπερεί ΙΙ. II to limit or modify an assertion or apologize for a metaphor, as it were, so to speak, ὥσπερ ἀκονιτί Th.4.73; τὸν ἐγκέφαλον ὥσπερ σεσεῖσθαί μοι δοκεῖς Ar.Nu. 1276, cf. Pax234; ἅμα μὲν . . ὥσπερ ὑπεφθόνει X.Cyr.4.1.13, cf. Pl.Phdr. 270d, Cra.384c; in later Gk. sometimes after the word to which it refers, ἐσφιγμένον ὥσπερ Porph.Chr.26; βάθρον ὥ. Sch.Pi.O.8.33; στέφανος ὥσπερ τῶν πόλεων τὰ τείχη ib.42: freq. with parts., ὥσπερ ἐγγελῶσα S.El. 277; ὥσπερ ἐντεταμένου τοῦ σώματος Pl.Phd.86b; ὥσπερ τι τῶν ἄλλων εὐλόγως πεποιηκότες as if they had done, Lys.12.7; ὥσπερ ἐξόν as if it were in our power, X.An.3.1.14; σιωπῇ ἐδείπνουν, ὥσπερ τοῦτο ἐπιτεταγμένον αὐτοῖς Id.Smp.1.11, cf. Mem.2.3.3; with a change of construction, ὥσπερ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἔχοντα ἀνάγκην... καὶ οὔτε . . οἷόν τε εἴη γενέσθαι Id.HG2.3.19; τὴν ὥσπερ ἐπὶ τοῦ δίφρου ἕδραν a seat like that used in the chariot, Id.Eq.7.5. III rarely of time, 1 ὥσπερ ἄν = ἕως ἄν, so long as, or however long (cf. ὡς Ad. 2), ὥσπερ ἂν ζῶ S.OC1361 (sed leg. ἕωσπερ). 2 as soon as, Ar.Pax24. IV after a Comp. (cf. ὡς Ab. 1.4); οὐ μείους ὥσπερ χίλιοι Xenoph.3.4; ἧττον . . ὥσπερ X.HG2.3.16.—Cf. ὡσπερεί, ὥσπερ οὖν.

Greek (Liddell-Scott)

ὥσπερ: ἢ ὥς περ, ἐπίρρ., τρόπου, ὡς, καθώς, ζῇν ὥσπερ ἤδη ζῇς Σοφ. Φιλ. 1396· ἐσώζετ’ ἂν ..., ὥσπερ οὐχὶ σώζεται αὐτόθι 994· ἀλλὰ τὸ ῥῆμα συνηθέστερον παραλείπεται ἐννοούμενον εὐκόλως, οὔ τι κατακρύπτουσιν ..., ὥσπερ Κύκλωπες Ὀδ. Η. 206, πρβλ. Β. 333, Ἰλ. Δ. 263, Ξ. 50· ἔξεστι δ’, ὥσπερ Ἡγέλοχος, ἡμῖν λέγειν .. Ἀριστοφ. Βάτρ. 303· τεταγμένοι ὥσπερ ἔμελλον Θουκ. 4. 93· τοῖς ἠτυχηκόσιν ὥσπερ ἐγὼ Δημ. 1101. 6· ὁ Ὅμ. συχνάκις παρεμβάλλει λέξιν τινὰ μεταξὺ τοῦ ὡς καὶ τοῦ περ, π. χ. ὡς σὺ περ αὐτή, ὡς τοπάρος περ, ὡς ἔσεταί περ Ὀδ. Τ. 885, Ἰλ. Ε. 806, Α. 211· - ὡς παραδείγματος χάριν, ὅταν χορὸς ... γίγνηται, ὥσπερ ὁ εἰς Δῆλον πεμπόμενος Ξεν. Ἀπομν. 3. 3, 12. - Τὸ ὥσπερ διαφέρει τοῦ ὡς παρ’ Ὁμήρ., καθ’ ὄσον σπανίως ἔχει προηγούμενόν τι ῥητῶς ἐκπεφρασμένον ὡς ἐν Ὀδ. Τ. 312, ὧδ., ὀΐεται, ὡς ἔσεταί περ· ἐν Ἰλ. Ω. 487, τηλίκου ὥσπερ ἐγών· ἢ ἐν Ἡσ. Θ. 402, ὥς δ’ αὔτως..., ὥσπερ ὑπέστη· ἀλλὰ παρ’ Ἀττ. τὸ ὥσπερ εἶναι συνηθέστατον μετὰ δεικτικά· πρὸ τοῦ οὕτως, Ἀριστοφ. Ὄρν. 188· μετ’ αὐτό, Σοφ. Τραχ. 475, κλπ.· ὥσπερ καί ..., οὕτω καὶ .. Ξεν. Κύρ. 7. 5, 75, πρβλ. Πλάτ. Πολ. 354Β· ὥσπερ ..., ὦδε ..., Σοφ. Ο. Τ. 276· τοιοῦτος ὥσπερ Πλάτ. Πρωτ. 327D· - αὐτοῦ ὥσπερ εἶχον, καθὼς ἦσαν, Ἡρόδ. 2. 121, 4, πρβλ. Σοφ. Ἀντιγ. 1235· εὐθὺς ὥσπερ εἶχεν Ξεν. Ἀν. 4. 1, 19· εὐθὺς ὥσπερ ἔτυχε ὁ αὐτ. ἐν Ἑλλ. 3. 1, 19· - μετὰ γεν., ὥσπερ ἔχει δόξης Πλάτ. Πολ. 612D· - ἐπιτεταμένον, ὥσπερ γε, ἀκριβῶς καθώς, Ἀριστοφ. Νεφ. 673· - ὥσπερ καί, καθὼς καί, ὡς καὶ ἐγώ περ Ἰλ. Ζ. 477· ὥσπερ καὶ ἄλλο Θουκ. 1. 142· κλπ.· - ὥσπερ ὡσαύτως ἀκολουθεῖ μετὰ τὸ ἴσος, ὡς τὸ καὶ ἐν Ὀδ. Υ. 281, μοῖραν ... ἴσην, ὡς αὐτοί περ ἐλάγχανον, πρβλ. Σοφ. Ἠλ. 532· οὕτω μετὰ τὸ ὁ αὐτός, Πλάτ. Φαίδ. 86Α, Δημ. 119. 25· μετὰ τὰς λ. ὅμοιος, ὁμοίως, Αἰσχύλ. Ἀγ. 1311, Θουκ. 4. 34. 2) ὥσπερ ἂν μετὰ ὑποτακτ., ἴδε κατωτ. ΙΙΙ· μετὰ εὐκτ. ὥσπερ ἄν τις... λέγοι, ἔνθα ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὡσπερανεὶ Πλάτ. Φαίδ. 87Β, πρβλ. Ξεν. Ἑλλ. 3. 1, 14. ΙΙ. περιορίζει ἢ τροποποιεῖ ἰσχυρισμόν τινα ὡς τὸ ὡσπερεί, οἱονεί, ὡς ἐάν, Λατ. tanquam, ὥσπερ ἀκονιτὶ Θουκυδ. 4. 73· τὸν ἐγκέφαλον ὥσπερ σεσεῖσθαί μοι δοκεῖς Ἀριστοφάν. Νεφ. 1276, πρβλ. Εἰρ. 234· ἅμα μὲν ... ὥσπερ ὑπεφθόνει Ξεν. Κύρ. 4. 1, 13, πρβλ. Πλάτ. Φαῖδρ. 270Ε, Φαίδων 88Ε, Κρατύλ. 384C· - καὶ συχνάκις μετὰ μετοχῆς ἐν ἀπολύτῳ χρήσει, ὥσπερ ἐγγελῶσα Σοφ. Ἠλ. 277· ὥσπερ ἐντεταμένου τοῦ σώματος Πλάτ. Φαίδων 86Β· ὥσπερ ἐξόν, ὡς ἐὰν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας, Ξεν. Ἀν. 3. 1, 14· σιωπῇ ἐδείπνουν, ὥσπερ τοῦτο ἐπιτεταγμένον αὐτοῖς (ἀντὶ ὥσπερ εἰ τοῦτο ἐπιτεταγμένον αὐτοῖς εἴη) Ξεν. Συμπ. 1, 11, πρβλ. Ἀπομν. 2. 3, 3· οὕτω κατὰ τὴν μεταβολὴν συντάξεως, ὥσπερ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἔχοντα ἀνάγκην ..., καὶ οὔτε ... οἷόν τε εἴη γενέσθαι Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 19· - τὴν ὥσπερ ἐπὶ τοῦ δίφρου ἕδραν, κάθισμα ὡς τὸ ἐπὶ τοῦ δίφρου, ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 7, 5. ΙΙΙ. σπανίως ἐπὶ χρόνου. 1) ὥσπερ ἂν = ἕως ἄν, ἐφ’ ὅσον, ἢν ἐν ὅσω, (πρβλ. ὡς Β. V. 2), ὥσπερ ὰν ζῶ Σοφ. Οἰδ. Κολ. 1361 (ἔνθα ἕτεροι ἐκλαμβάνουσιν αὐτὸ ὡς σημαῖνον καθ’ οἱονδήποτε τρόπον). 2) εὐθὺς ὡς, Ἀριστοφ. Εἰρ. 24. IV. μετὰ συγκριτικὸν (πρβλ. ὡς Β. ΙΙΙ. 2), Ξεν. Ἑλλ. 3. 3, 16. - Πρβλ. ὡσπερεί, ὥσπερ, οὖν.

French (Bailly abrégé)

adv. et conj.
A. adv. comme, de même que ; marque :
I. une comparaison :
1 comme, de même que : ζῆν ὥσπερ ἤδη ζῇς SOPH vivre comme tu vis déjà ; avec un corrélat. : τηλίκου ὥσπερ ἐγών IL du même âge que moi ; ὥσπερ…, ὧδε SOPH de même que…, de même ; ὥσπερ καὶ…, οὕτω καί XÉN de même que aussi…, de même aussi ; ὥσπερ ἂν εἴ τις ἀσπάζοιτο XÉN comme l'aurait embrassé qqn (qui l'aurait connu depuis longtemps), litt. comme qqn l'aurait embrassé, si, etc.
2 que après un Cp.
II. un état :
1 dans l'état où, de la façon que : ὥσπερ ἄν τις λέγοι PLAT comme on pourrait dire;
2 en tant que, parce que ; avec l'inf. ὥσπερ εἰπεῖν LUC comme pour dire;
III. ὥσπερ ἄν avec le sbj. pour exprimer une idée de temps :
1 tant que : ὥσπερ ἂν ζῶ SOPH aussi longtemps que je vivrai, selon d’autres, de qqe façon que je vive;
2 aussitôt, aussitôt que;
IV. une explication, un témoignage, une preuve : comme, par exemple : ὅταν χορὸς γίγνηται, ὥσπερεἰς Δῆλον πεμπομένος XÉN lorsqu’on forme un chœur, comme par exemple celui qu’on envoie à Délos;
V. en quelque façon, à peu près : ὥσπερ ἀκονιτί THC pour ainsi dire sans effort;
VI. comme si, avec un part. : ὥσπερ ἐγγελῶσα τοῖς ποιουμένοις SOPH comme s'applaudissant de ce qu’elle avait fait ; particul. avec un part. abs. ὥσπερ ἐξόν XÉN comme si cela était en notre pouvoir;
B. conj. afin que, pour que : φάλεγγα ἔχοντες, ὥσπερ ἰσχυρότεροι ἂν εἴητε XÉN ayant une troupe rangée, pour que vous soyez plus forts.
Étymologie: ὡς, περ.

English (Autenrieth)

(ὥς περ): just as, even as; often separated by an intervening <<>*<>>ord, ὡς ἔσεταί περ, Il. 1.211.

English (Slater)

ὥσπερ
   1 just as
   a c. ind. “τὸν μὲν ἄρρηκτον φυάν, ὥσπερ τόδε δέρμα με νῦν περιπλανᾶται θηρός” (I. 6.47)
   b c. subs. τόθι λύτρον συμφορᾶς Τλαπολέμῳ ὥσπερ θεῷ πομπὰ καὶ κρίσις (in formula sacrali, Schr.) (O. 7.79) ἐξίει δ' ὥσπερ κυβερνάτας ἀνὴρ ἱστίον ἀνεμόεν (ὥστε codd. plerique) (P. 1.91)

English (Strong)

from ὡς and περ; just as, i.e. exactly like: (even, like) as.

English (Thayer)

(cf. Tdf. Proleg., p. 110); from ὡς and the enclitic particle περ, which, "in its usual way, augments and brings out the force of ὡς Klotz ad Devar. 2:2, p. 768; see περ), adverb (from Homer down), just as, even as;
a. in a protasis with a finite verb, and followed by οὕτως or οὕτως καί in the apodosis (cf. Winer's Grammar, §§ 53,5; 60,5): L T Tr (cf. ὡς at the beginning) WH ὡς); L T Tr WH ὡς); L T Tr WH ὡς); ὥσπερ ... ἵνα καί (cf. Winer's Grammar, § 43,5a.; Buttmann, 241 (208); cf. ἵνα, II:4b.)), εὐλογίαν ... ἑτοίμην εἶναι (cf. Winer's Grammar, § 44,1c.) οὕτως ὡς ἐυλογινα καί μή ὥσπερ etc. 'that your bounty might so be ready as a matter of bounty and not as if' etc. reads ὥσπερ, and even so the example does not strictly belong under this entry); the apodosis which should have been introduced by οὕτως is lacking (Winer's Grammar, § 64,7b.; p. 569 (530); cf. Buttmann, § 151,12,23g.): πάντες ἥμαρτον, prevented him from adding the apodosis, which had it corresponded accurately to the terms of the protasis would have run as follows: οὕτω καί δἰ ἑνός ἀνθρώπου ἡ δικαιοσύνη εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς δικαιοσύνης ἡ ζωή. Καί οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ἡ ζωή διελεύσεται, ἐφ' ᾧ πάντες δικαιωθήσονται; this thought he unfolds in verse 15ff in another form); ὡς, I:4c.)).
b. it stands in close relation to what precedes: L T Tr WH ὡς); L T Tr WH ὡς), L T Tr WH ὡς); ὥσπερ γέγραπται, L T Tr WH; εἰμί ὥσπερ τίς, to be of one's sort or class (not quite identical in meaning with ὡς or ὡσεί τίς, to be like one (cf. Bengel at the passage)), L Tr WH marginal reading ὡς); γίνομαι, ἦχος, but rather as the genitive absolute: just as when a mighty wind blows, i. e. just as a sound is made when a mighty wind blows (R. V. as of the rushing of a mighty wind)); ἔστω σοι ὧπερἐθνικός κτλ., let him be regarded by thee as belonging to the number of etc. Matthew 18:17.

Russian (Dvoretsky)

ὥσπερ: (иногда in tmesi)
1) как (и): ὥσπερ ἐγώ Dem., ὡς καὶ ἐγώ περ Hom. как и я, подобно мне; ὥσπερ γάμμα Xen. наподобие буквы Γ; ὁμοίως, ὥσπερ ἄν … Plat. совершенно так же, как если бы …;
2) как например: ὥσπερ ἂν εἴ τίς με ἔροιτο Plat., как если бы, например, кто-л. меня спросил;
3) как (если) бы, словно: ὥσπερ τοῦτο ἐπιτεταγμένον αὐτοῖς Xen. словно им отдан был такой приказ; ὥσπερ ἀκονιτί Thuc. без всякого, так сказать, усилия;
4) (с ἄν) как только, только лишь Arph.;
5) так что, вследствие чего (φάλαγγα ἔχοντες, ὥσπερ ἂν ἰσχυρότατοι εἴητε Xen.).

Middle Liddell


I. just as if, even as, Lat. quasi, tanquam, ὥσπερ εἰ παρεστάτεις Aesch., ὥσπερ τις μηδὲν διδοίη Soph.
II. ὥσπερ ἂν εἰ or ὡσπερανεί (which properly is elliptical for ὥσπερ ἂν ἦν, εἰ . .), Plat.

Chinese

原文音譯:ésper 何士-胚而
詞類次數:副詞(42)
原文字根:正如-即使
字義溯源:正如,就如,有如,如同,像,好像,好像⋯一樣,正如⋯一樣,如同⋯一樣,好比,如,有如,如此,如何,怎樣;由(ὡς / ὡσάν)*=好像)與(περ)=多,果然)組成;其中 (περ)出自(πέραν)=那邊),而 (πέραν)又出自(πειράω)X*=穿過)。參讀 (καθάπερ / καθώσπερ)同義字
出現次數:總共(37);太(11);路(2);約(2);徒(3);羅(6);林前(5);林後(1);加(1);帖前(1);來(3);雅(1);啓(1)
譯字彙編
1) 就如(6) 羅5:12; 羅5:19; 羅5:21; 林前8:5; 林前11:12; 林前15:22;
2) 正如(5) 太12:40; 太20:28; 太24:37; 約5:26; 羅11:30;
3) 像(5) 太6:2; 太6:7; 路18:11; 來7:27; 來9:25;
4) 怎樣(4) 太13:40; 約5:21; 羅6:19; 林前16:1;
5) 好像(4) 太24:38; 路17:24; 徒2:2; 啓10:3;
6) 有如(2) 太24:27; 羅6:4;
7) 正如⋯一樣(2) 徒11:15; 來4:10;
8) 如(2) 林前10:7; 雅2:26;
9) 好比(1) 太25:14;
10) 如同⋯一樣(1) 帖前5:3;
11) 好像⋯一樣(1) 太25:32;
12) 像⋯一樣(1) 太18:17;
13) 就如在(1) 林後8:7;
14) 如何(1) 加4:29;
15) 如此(1) 徒3:17

English (Woodhouse)

ὥσπερ = as, even as, in the way in which, of comparison

⇢ Look up "ὥσπερ" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)