Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τυφλότητα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / τυφλότης, -ητος, ΝΑ τυφλός
το να είναι κανείς τυφλός, έλλειψη όρασης
αρχ.
1. (για το τυφλό έντερο) έλλειψη στομίου
2. μτφ. (για συλλαβή) το να λήγει σε σύμφωνο.