Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συλλαβή

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: συλλᾰβή Medium diacritics: συλλαβή Low diacritics: συλλαβή Capitals: ΣΥΛΛΑΒΗ
Transliteration A: syllabḗ Transliteration B: syllabē Transliteration C: syllavi Beta Code: sullabh/

English (LSJ)

ἡ, (συλλαμβάνω IV)

   A conception, pregnancy, only in Men. 1085.    2 grip, hold, in wrestling, metaph., Simp. in Cael.354.5; so perh. mental grasp, participation, Phld.Mus.p.103 K. (pl.).    II Act., that which holds together, συλλαβαὶ πέπλων, i.e. a girdle, A. Supp.457.    2 Pass., that which is held together, esp. of several letters taken together so as to form one sound, syllable, βοᾷ . . γραμμάτων ἐν συλλαβαῖς Id.Th.468; ἄφωνα καὶ φωνοῦντα (sic codd.) συλλαβάς τε θείς E.Fr.578.2, cf. Pl.Tht.202b, Gal.15.6, etc.; γράψαντος τὰς αὐτὰς σ. ἅσπερ Κτησιφῶν νῦν γέγραφε verbatim et literatim, D.18.83; σ. βραχεῖα καὶ μακρά Arist.Cat.4b33, cf. Zeno Stoic.1.70, Phld.Po.2.15, etc.    3 συλλαβαί,= Lat. literae, a letter, Cod.Just.1.1.7 Prooem., Men.Prot.p.41 D., Sammelb.7438.5 (vi A.D.).    4 pl., letters of the alphabet, Luc.Jud.Voc. 2,8.    5 pl.,= apices, Gloss.    III in Music, the perfect fourth, Philol.6, PTeb.694.25 (iii B.C.), Nicom. Harm.9, Aristid.Quint.1.8.    IV Arith., sum of two or more numbers, Theol.Ar.54.

German (Pape)

[Seite 974] ἡ, das Zusammenfassen. – Das Zusammenfassende, das Band, ζώνας τε, συλλαβὰς πέπλων, Aeschyl. Suppl. 457, was die Gewänder zusammenhält. – Passiv., das Zusammengefaßte; bes. im Sprechen, Lesen u. Schreiben zusammengenommene Buchstaben, die Sylbe; ἐν γραμμάτων συλλαβαῖς, in geschriebenen Worten, Aesch. Spt. 450; Plat. Theaet. 203 c u. öfter; Dem. u. A. – In der Tonkunst die Quarte, als Zusammenfassung. consonirender Töne, s. Böckh Philol. p. 68.

Greek (Liddell-Scott)

συλλᾰβή: ἡ, (συλλαμβάνω IV) σύλληψις, ἐγκυμοσύνη, μόνον παρὰ Μενάνδρ. ἐν Κλήμ. Ἀλ. 505. ΙΙ. ἐνεργ., τὸ συγκρατοῦν, κατέχον ὁμοῦ, συλλαβαὶ πέπλων, δηλ. ζώνη, Αἰσχύλ. Ἱκ. 457. 2) Παθ., τὸ συγκρατούμενον· κυρίως ἐπὶ γραμμάτων ὁμοῦ λαμβανομένων ὥστε νὰ σχηματίζωσιν ἕνα ἦχον, συλλαβή, βοᾷ... γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς Αἰσχύλ. Θήβ. 468· ἄφωνα καὶ φωνᾶντα συλλαβάς τε θεὶς Εὐρ. Ἀποσπ. 582. 2· συχν. παρὰ Πλάτ., Ἀριστ., κλπ., γράψαντος τὰς αὐτὰς συλλαβὰς ἅσπερ... νῦν γέγραφε, verbatim et literatim, Δημ. 253. 5· σ. βραχεῖα καὶ μακρὰ Ἀριστ. Κατηγ. 6, 3· ― παρὰ Βυζ. συλλαβαὶ = τῷ Λατ. literae, γράμμα, ἐπιστολή. ΙΙΙ. ἐν τῇ μουσικῇ, ἡ χορδὴ ἡ καλουμένη τετάρτη, Böckh Philolaos σ. 68.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
assemblage de lettres formant un son, syllabe.
Étymologie: συλλαμβάνω.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ συλλαμβάνω
γραμμ. τμήμα λέξης που αποτελείται από ένα φωνήεν ή δίφθογγο, μόνο του ή συνοδευόμενο από ένα ή περισσότερα σύμφωνα, και το οποίο προφέρεται με μια φωνή, αποτελεί έναν ήχο
μσν.-αρχ.
γράμμα, επιστολή
αρχ.
1. σύλληψη, εγκυμοσύνη
2. είδος λαβής κατά την πυγμαχία
3. σύλληψη έννοιας από τον νου, αντίληψη
4. αυτό που συγκρατεί κάτι, δεσμός, ζώνη («ἔχω στρόβους ζώνας τε συλλαβὰς πέπλων», Αισχύλ.)
5. μουσ. η χορδή η ονομαζόμενη τετάρτη
6. μαθημ. άθροισμα δύο ή περισσότερων αριθμών
7. στον πληθ. αἱ συλλαβαί
τα γράμματα του αλφαβήτου.

Greek Monotonic

συλλᾰβή: ἡ,
1. αυτό που συγκρατεί, που συνέχει μαζί, σε Αισχύλ.
2. Παθ., αυτό το οποίο συγκρατείται μαζί, λέγεται για διάφορα γράμματα που συμπροφέρονται ώστε να σχηματίσουν έναν ήχο, συμπροφορά φθόγγων, συλλαβή, στον ίδ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

συλλᾰβή:
1) завязка, повязка (συλλαβαὶ πέπλων Aesch.);
2) звукосочетание, слог Plat., Arst., Dem.: γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς Aesch. по-писаному.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

συλλαβή -ῆς, ἡ, Att. ook ξυλλαβή [συλλαμβάνω] (iets) dat bijeenhoudt:. ζώνας τε, συλλαβὰς πέπλων en gordels, die peploi bijeenhouden Aeschl. Suppl. 457. (iets) dat bijeen wordt gehouden, combinatie, van letters:; βοᾷ … χοὖτος γραμμάτων ἐν ξυλλαβαῖς ook deze roept, in de combinatie van de letters (d.w.z. als je de letters samenvoegt, gezegd van een tekst op een schild) Aeschl. Sept. 468; vandaar lettergreep, syllabe.

Middle Liddell

συλλᾰβή, ἡ,
1. that which holds together, Aesch.
2. Pass. that which is held together, of several letters taken together, so as to form one sound, a syllable, Aesch., Plat., etc.