Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπέρμαζος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ον, Μ
αυτός που βρίσκεται πάνω από το στήθος, πάνω από τους μαστούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπερ- + μαζός, ιων. τ. του μαστός (πρβλ. μονό-μαζος)].