Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπέρχρονος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
1. αυτός που βρίσκεται έξω από τον χρόνο, αιώνιος («ἦν τις πρεσβυτέρα τῆς τοῡ κόσμου γενέσεως κατάστασις... ἡ ὑπέρχρονος», Βασ.)
2. προγενέστερος, παλαιότερος («οὔτε χρόνῳ ὑποπίπτει -τὸ θεῑον—ἵνα ὑπέρχρονος ὁ πατὴρ γένηται τοῡ υἱοῡ», Επιφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ- + χρόνος (πρβλ. ἔγ-χρονος, σύγ-χρονος)].