Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύγχρονος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: σύγχρονος Medium diacritics: σύγχρονος Low diacritics: σύγχρονος Capitals: ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ
Transliteration A: sýnchronos Transliteration B: synchronos Transliteration C: sygchronos Beta Code: su/gxronos

English (LSJ)

ον,

   A contemporaneous, Max.Tyr.15.1, Nonn. D.3.385, 41.364.

German (Pape)

[Seite 972] gleichzeitig, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

σύγχρονος: -ον, ὁ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ζῶν, Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰω. θ΄, 14.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 contemporain;
2 t. de gramm. simultané, ou qui est au même temps.
Étymologie: σύν, χρόνος.

Greek Monolingual

-η, -ο / σύγχρονος, -ον, ΝΜΑ
αυτός που ανήκει στην ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο με άλλον ή έχει την ίδια ηλικία με άλλον
νεοελλ.
1. αυτός που γίνεται την ίδια χρονική στιγμή με άλλον, ταυτόχρονος
2. αυτός που ανήκει στην παρούσα εποχή, που ακολουθεί το ρεύμα της εποχής κατά την οποία ζει, προοδευτικός («σύγχρονες αντιλήψεις» — υπ' αυτήν την έννοια η λέξη συγχέεται ή και ταυτίζεται συχνά με το επίθ. μοντέρνος)
3. το ουδ. ως ουσ. σύγχρονο
γεωλ. το ολόκαινο
4. φρ. «σύγχρονη ηλεκτρική μηχανή»
(ηλεκτρολ.) ηλεκτρική μηχανή με ρότορα του οποίου η γωνιακή ταχύτητα είναι πάντοτε ίση ή ακέραιο πολλαπλάσιο, ή υποπολλαπλάσιο, της κυκλικής συχνότητας του εναλλασσόμενου ρεύματος.
επίρρ...
συγχρόνως και σύγχρονα Ν
κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ταυτόχρονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. ἔγ-χρονος].

Greek Monolingual

-η, -ο / σύγχρονος, -ον, ΝΜΑ
αυτός που ανήκει στην ίδια χρονική στιγμή ή περίοδο με άλλον ή έχει την ίδια ηλικία με άλλον
νεοελλ.
1. αυτός που γίνεται την ίδια χρονική στιγμή με άλλον, ταυτόχρονος
2. αυτός που ανήκει στην παρούσα εποχή, που ακολουθεί το ρεύμα της εποχής κατά την οποία ζει, προοδευτικός («σύγχρονες αντιλήψεις» — υπ' αυτήν την έννοια η λέξη συγχέεται ή και ταυτίζεται συχνά με το επίθ. μοντέρνος)
3. το ουδ. ως ουσ. σύγχρονο
γεωλ. το ολόκαινο
4. φρ. «σύγχρονη ηλεκτρική μηχανή»
(ηλεκτρολ.) ηλεκτρική μηχανή με ρότορα του οποίου η γωνιακή ταχύτητα είναι πάντοτε ίση ή ακέραιο πολλαπλάσιο, ή υποπολλαπλάσιο, της κυκλικής συχνότητας του εναλλασσόμενου ρεύματος.
επίρρ...
συγχρόνως και σύγχρονα Ν
κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ταυτόχρονα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν- + -χρονος (< χρόνος), πρβλ. ἔγ-χρονος].