Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υπαιτιότητα

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

η, Ν
1. το να είναι κανείς υπαίτιος, υπεύθυνος για κάτι, φταίξιμο
2. (νομ.) η αιτιακή σύνδεση της βούλησης ορισμένου προσώπου με αντίθετη προς τον νόμο μεταβολή της πραγματικότητας, η οποία συγκεκριμενοποιείται με την απόδοση αμέλειας ή δόλου στο υπαίτιο πρόσωπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υπαίτιος. Η λ., στον λόγιο τ. ὑπαιτιότης, μαρτυρείται από το 1836 στον Αν. Πολυζωίδη].