Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φάρμα

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η, Ν
μεγάλο αγρόκτημα με διάφορες κτηριακές εγκαταστάσεις για κατοικία, αποθήκες κ.ά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. farm].