Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐνίοτε

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ἐνίοτε Medium diacritics: ἐνίοτε Low diacritics: ενίοτε Capitals: ΕΝΙΟΤΕ
Transliteration A: eníote Transliteration B: eniote Transliteration C: eniote Beta Code: e)ni/ote

English (LSJ)

Adv.

   A at times, sometimes, E.Hel.1213, Ar.Pl.1125, Hp. Praec.14, etc.; ἐ. μὲν... ἐ. δὲ . . Pl.Grg.467e; ἐ. μὲν . . ἔστι δ' ὅτε . . Id.Tht.150a; ἐ . . τότε δὲ . . Id.Phlb.46e; ἐ. μὲν . . ὅτε δὲ . . Arist.Mete. 360b2.

German (Pape)

[Seite 845] einige Male, zuweilen (ἔστιν ὅτε); Eur. Hel. 1229; Ar. Plut. 1125 u. a. com.; Thuc. u. Folgde; ἐνίοτε – μέν – ἔστι δ' ὅτε Plat. Theaet. 150 a; ἐνίοτε μέν – ἐνίοτε δέ Gorg. 467 e; ἐνίοτετότε δέ Phil. 46 e.

Greek (Liddell-Scott)

ἐνίοτε: (οὐχὶ ἐνιότε, πρβλ. ἄλλοτε, ἑκάστοτε): - Ἐπίρρ. ἀντὶ τοῦ ἔνι ὅτε = ἔστιν ὅτε, «κάποτε», Εὐρ. Ἑλ. 1213, Ἀριστοφ. Πλ. 1125, Πλάτ., κτλ.· ἐν. μέν, ἐν. δὲ Πλάτ. Γοργ. 467Ε· ἐνίοτε μέν... ἔστι δ’ ὅτε ὁ αὐτ. Θεαίτ. 150Α· ἐν... τότε δὲ ὁ αὐτ. Φίληβ. 46Ε· ἐν μέν... ὅτε δέ... Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 4, 8, πρβλ. ἔνιοι.

French (Bailly abrégé)

adv.
quelquefois.
Étymologie: ἔνι, ὅτε.

Spanish (DGE)

• Alolema(s): dór. ἐνίοκα Ps.Archyt.Pyth.Hell.12.21; ἐνιότε Asp.in EN 20.17, Iambl.Myst.5.19
adv. algunas veces, en algunas ocasiones ἐσθλῶν κακίους ἐνίοτ' εὐτυχέστεροι en ocasiones los más humildes son más afortunados que los nobles E.Hel.1213, ἐπόεις ζημίαν ἐ. Ar.Pl.1125, ἡλικίῃ σμικροῦ ἐόντος ... δύναμις ἐ. πάμπουλυς Hp.Praec.14, ἅτερα δὲ φυσικὰ πάθεα ... ἐ. ποιέοντι ἐναντίαν ἐπιπρέπειαν Ps.Archyt.l.c., αἴρειν τὰ σύσσημα ἐ. levantar las señales de vez en cuando Aen.Tact.6.7, cf. D.21.205, PCair.Zen.362re.25 (III a.C.), Asp.l.c., Gal.3.460, 5.341, Posidon.68, Phld.Elect.8.8, Vett.Val.432.6, IEphesos 215.2 (II/III d.C.)
en correl. ἐ. μὲν ..., ἐ. δὲ ... unas veces ..., otras ... Pl.Grg.467e, Chrysipp.Stoic.2.304.38, Iambl.l.c., ἐ. μὲν ..., ὅτε δὲ ... Arist.Mete.360b2, ἐ. ..., τότε δὲ ... Pl.Phlb.46e, ἄλλοτε ... ἐ. δὲ ... Vett.Val.72.14
ἐ. μὲν ... ἔστι δ' ὅτε ... a veces ..., pero cuando ... Pl.Tht.150a.

Greek Monolingual

ἐνίοτε) ένιοι
επίρρ. καμιά φορά, κάποτε, πότε πότε, μερικές φορές, σε μερικές περιπτώσεις.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ἔνιοι κατά το πρότυπο τών ὅτε, ποτέ (βλ. και λ. ἔνιοι)].

Greek Monotonic

ἐνίοτε: επίρρ., αντί ἔνι ὅτε = ἔστιν ὅτε, κάποτε, πότε πότε, σε Ευρ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἐνίοτε: adv. иногда, порой: ἐ. μὲν …, ἐ. δέ (или τότε δέ) Plat. и ἐ. μὲν …, ὅτε δέ Arst. когда … когда, то … то.

Middle Liddell


for ἔνι ὅτε = ἔστιν ὅτε, sometimes, Eur., etc.