Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαγητό

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το / φαγητόν, ΝΜ, και φαητό Ν
καθετί που τρώγεται, έδεσμα, φαΐ
νεοελλ.
1. γεύμα ή δείπνο («θα φύγουν μετά το φαγητό»)
2. η όρεξη για φαγητό («εχάθηκεν ο ύπνος της κι εκόπη το φαητό της», Ερωτόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. φαγ- του αορ. β' του ρ. ἐσθίω «τρώγω» (βλ. λ. φαγεῖν) + κατάλ. -ητόν, ουδ. της κατάλ. -η-τός (βλ. και κατάλ. -τος). Ο τ. φαητό με σίγηση του ενδοφωνηεντικού -γ- (πρβλ. σφαγή: σφαή)].