Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαρμακείο

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

το, Ν φάρμακο
1. κατάστημα πώλησης και παρασκευής φαρμάκων
2. κουτί όπου φυλάγονται στοιχειώδη φαρμακευτικά παρασκευάσματα, στο σπίτι ή σε όχημα
3. μτφ. κατάστημα του οποίου οι τιμές πώλησης τών προϊόντων είναι εξαιρετικά υψηλές («αυτό το μανάβικο είναι σωστό φαρμακείο»).