Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φόρο

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

το / φόρον, ΝΜΑ, και φόρος, ο, ΝΜ
η αγορά, η περιοχή της αγοράς
νεοελλ.
φρ. «τά 'βγάλε στο φόρο» [ή στα φόρα]» — τά φανέρωσε δημόσια, τά αποκάλυψε
μσν.
η περιοχή του δικαστηρίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. forum «αγορά» (πρβλ. και νεοελλ. φόρουμ). Ο νεοελλ. τ. φόρος < φόρο(ν), με αλλαγή γένους].