Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χέρα

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η, Ν
1. μεγάλο και δυνατό χέρι
2. (διαλ. τ.) χέρι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χέρι + μεγεθ. κατάλ. -α (πρβλ. κεφάλ-α: κεφάλι). Ο τ. χέρα χρησιμοποιείται, ωστόσο, σε ορισμένες διαλέκτους (όπως λ.χ. στην κρητική) χωρίς μεγεθ. σημ. αντί του τ. χέρι].