Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χήλευμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: χήλευμα Medium diacritics: χήλευμα Low diacritics: χήλευμα Capitals: ΧΗΛΕΥΜΑ
Transliteration A: chḗleuma Transliteration B: chēleuma Transliteration C: chilevma Beta Code: xh/leuma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A awl, S.Fr. 486, Poll.7.83,10.141, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1352] τό, das Gestrickte, Geflochtene, τὸ σπαρτίον erkl. Hesych. bei Soph. frg. 431. – Auch die Nadel zum Netzstricken, poet. bei Poll. 7, 83, vgl. 10, 141.

Greek (Liddell-Scott)

χήλευμα: τό, σπαρτίον, Σοφ. Ἀποσπ. 431· πρβλ. χηλόω. 2) ἐργαλεῖον χρήσιμον εἰς πλοκὴν δικτύων, Πολυδ. Ζ΄, 83., Ι. 141· «χηλεύματα γὰρ ἐλέγοντο οἷον ὀπήτια, οἷς πλέκουσιν ἢ ῥάπτουσιν» Ἡσύχ.· πρβλ. χηλὴ ΙΙΙ. 2.

Greek Monolingual

τὸ, Α χηλεύω
1. σχοινί, νήμα
2. εργαλείο για το πλέξιμο διχτιών
3. (κατά τον Ησύχ.) «χηλεύματα γὰρ ἐλέγοντο οἷον ὀπήτια, οἷς πλέκουσιν ἤ ῥάπτουσιν».

Russian (Dvoretsky)

χήλευμα: ατος τό плетеное изделие Soph.