Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκοπλάστης

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: χαλκοπλάστης Medium diacritics: χαλκοπλάστης Low diacritics: χαλκοπλάστης Capitals: ΧΑΛΚΟΠΛΑΣΤΗΣ
Transliteration A: chalkoplástēs Transliteration B: chalkoplastēs Transliteration C: chalkoplastis Beta Code: xalkopla/sths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A bronze-worker, LXXWi.15.9.

German (Pape)

[Seite 1331] ὁ, der Bildner in Erz od. Kupfer, der Kupferschmied, LXX.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκοπλάστης: -ου, ὁ πλάττων, κατασκευάζων διάφορα πράγματα ἐκ χαλκοῦ, χαλκεύς, χαλκουργός, πρβλ. χαλκοτύπος, Ἑβδ. (Σοφ. Σολ. ΙΕ΄, 9).

Greek Monolingual

ο, ΝΑ
χαλκουργός
νεοελλ.
γλύπτης που δουλεύει σε χαλκό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + πλάστης (< πλάσσω), πρβλ. θεο-πλάστης, κηρο-πλάστης.