Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χύτευση

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η, Ν χυτεύω
(μεταλργ.-τεχνολ.) έγχυση τηγμένου μετάλλου ή πλαστικού υλικού σε τύπο, σε καλούπι, προκειμένου αυτό να προσλάβει, μετά την στερεοποίηση του, το αντίστοιχο σχήμα, αλλ. χύση (α. «χύτευση υπό πίεση» β. «συνεχής χύτευση»).