Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψυχερός

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

-ή, -ό, Ν
1. πονόψυχος, καλόψυχος
2. θαρραλέος, τολμηρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + κατάλ. -ερός (πρβλ. βροχ-ερός)].