Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ωχροκίτρινος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο, Ν
αυτός που έχει το χρώμα της ώχρας, υποκίτρινος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ωχρός + κίτρινος. Η λ. μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Ακρόπολις].