Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀπεριέργαστος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: ἀπεριέργαστος Medium diacritics: ἀπεριέργαστος Low diacritics: απεριέργαστος Capitals: ΑΠΕΡΙΕΡΓΑΣΤΟΣ
Transliteration A: aperiérgastos Transliteration B: aperiergastos Transliteration C: aperiergastos Beta Code: a)perie/rgastos

English (LSJ)

ον,

   A not wrought carefully, simple, in Adv.-τως Hierocl.Prov.p.464B.

German (Pape)

[Seite 287] nicht sorgfältig gearbeitet, Hierocl.

Greek (Liddell-Scott)

ἀπεριέργαστος: -ον, ὁ μὴ ἐπιμελῶς εἰργασμένος, ἁπλοῦς, Ἐκκλ. ὁ μὴ περιέργως ἐξετασθείς, Ἐκκλ. ― Ἐπίρρ. -ἀπεριεργάστως Βασίλ. κ. ἄλλ.

Spanish (DGE)

-ον
I 1no elaborado, que no es producto de lucubración ref. a la fe, Gr.Nyss.V.Mos.66.13, Cyr.Al.M.73.248C, Ath.Al.M.26.644B.
2 que no puede o debe ser investigado ἀ. ... τῆς θαυματουργίας οἱ τρόποι Cyr.Al.M.69.452C.
3 no inquisitivo σιγή Basil.M.32.188C, σωφροσύνη Chrys.M.51.237.
II adv. -ως
1 con sencillez, sin refinamiento ἀ. καὶ ἀΰλως καὶ ἀγοητεύτως Hierocl.Prou. en Phot.Bibl.464b.
2 de manera no inquisitiva, sin curiosidad ἁπλῶς καὶ ἀ. Basil.M.29.40C, ἀ. πεποιθότων Θεῷ Basil.M.30.104C.

Greek Monolingual

ἀπεριέργαστος, -ον (Α)
1. αυτός που δεν έχει εξεταστεί λεπτομερώς
2. ανεξιχνίαστος, ανεξερεύνητος.