Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπίνοστος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ἐπίνοστος Medium diacritics: ἐπίνοστος Low diacritics: επίνοστος Capitals: ΕΠΙΝΟΣΤΟΣ
Transliteration A: epínostos Transliteration B: epinostos Transliteration C: epinostos Beta Code: e)pi/nostos

English (LSJ)

ον,

   A for a return, ᾠδή Hsch. s.v. ἱμαῖος.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπίνοστος: ὁ ἐπὶ νόστῳ, ᾠδὴ Ἡσύχ. ἐν λ. ἱμαῖος.

Greek Monolingual

ἐπίνοστος, -ον (Α)
αυτός που γίνεται για τον νόστο, για την επιστροφή («ᾠδὴ ἐπίνοστος», Ησύχ.).