Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιστροφή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM ἐπιστροφή) επιστρέφω
η επάνοδος σ’ έναν τόπο, ο γυρισμός (α. «επιστροφή στην πατρίδα» β. «πατρῴων δωμάτων ἐπιστροφαί», Αισχύλ.)
νεοελλ.
1. απόδοση οφειλής ή δώρου («επιστροφή χρημάτων»)
2. ό,τι προέρχεται από επιστροφή επειδή δεν πουλήθηκε
μσν.
1. ανταπόδοση
2. μετάνοια
3. συγχώρεση
4. ελπίδα
αρχ.-μσν.
επάνοδος στην ορθή πίστη
αρχ.
1. περιστροφή («ὑπὸ τὴν ἐκείνης χεῑρά τε καὶ ἐπιστροφήν τῆς τοῦ ἀτράκτου δίνης», Πλάτ.)
2. στροφή, στρίψιμοἐπιστροφή τῶν σχοινίων», Πλούτ.)
3. (για τόξο ή κόλπο) καμπύλη, κύρτωμα
4. επάνοδος σε νέα προσβολή («δαΐων ἀνδρῶν ἐπιστροφαί», Σοφ.)
5. (για πλοίο) αλλαγή κατεύθυνσης, στροφή («ἡ ἐπιστροφὴ ἐς τὴν εὐρυχωρίαν», Θουκ.)
6. στροφή σε ορθή γωνία
7. υποτροπή αρρώστιας
8. μεταστροφή τών πραγμάτων («μή τις ἐπιστροφὴ γένηται»)
9. τέλος, έκβαση («τοιαύτην ἔσχε τὴν ἐπιστροφήν», Πολ.)
10. προσοχή σ’ ένα πρόσωπο ή πράγμα, φροντίδα («πρὸ τοῦ θανόντος τήνδ’ ἔθεσθ’ ἐπιστροφήν», Σοφ.)
11. ένταση, ικανότητα στο ύφος
12. επίπληξη, μάλωμα
13. (λογ.) αντιστροφή πρότασης
14. (νεοπλατων.) α) επιστροφή προς το ίδιο το αντικείμενο
β) επάνοδος στην πηγή του όντος.