ἐσίπταμαι
From LSJ
τά δέ ἄνευ συμπλοκῆς, οἷον ἄνθρωπος, βοῦς, τρέχει, νικᾷ → and the simple forms of speech, for example: 'man', 'ox', 'runs', 'wins'
English (LSJ)
v. sub. εἰσίπταμαι.
French (Bailly abrégé)
ion. c. εἰσίπταμαι.
Russian (Dvoretsky)
ἐσίπταμαι: = εἰσίπταμαι.