Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠπειγμένως

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: ἠπειγμένως Medium diacritics: ἠπειγμένως Low diacritics: ηπειγμένως Capitals: ΗΠΕΙΓΜΕΝΩΣ
Transliteration A: ēpeigménōs Transliteration B: ēpeigmenōs Transliteration C: ipeigmenos Beta Code: h)peigme/nws

English (LSJ)

Adv. pf. part. Pass., (ἐπείγω)

   A hurriedly, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1173] eilend, Schol. Il. 3, 213 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἠπειγμένως: ἐπίρρ. μετοχ. παθ. πρκμ. τοῦ ἐπείγω, μετὰ σπουδῆς, Σχ. Ἰλ. Γ. 213, Ἐκκλ.

Greek Monolingual

ἠπειγμένως (Α)
επίρρ. γρήγορα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < Μτχ. μεσοπαθ. παρακμ. ηπειγμένος του επείγω].