Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἰδιοπάθεια

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἰδῐοπάθεια Medium diacritics: ἰδιοπάθεια Low diacritics: ιδιοπάθεια Capitals: ΙΔΙΟΠΑΘΕΙΑ
Transliteration A: idiopátheia Transliteration B: idiopatheia Transliteration C: idiopatheia Beta Code: i)diopa/qeia

English (LSJ)

[ῐδ, πᾰ], ἡ, Medic., A affection having a local origin, Gal. 8.31, al., Alex.Aphr.Pr.2.35.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

ἰδιοπάθεια: ἡ, ἰδία ψυχικὴ πάθησις, τὸ αἰσθάνεσθαί τι μόνον δι᾿ ἑαυτόν, ἀντίθετον τῷ συμπάθεια, Γαλην. 7. 454, Ἀλέξ. Ἀφρ. Προβλ. 2. 35.

Greek Monolingual

η (Α ἰδιοπάθεια) ιδιοπαθής
νόσος που έχει τοπική προέλευση
νεοελλ.
νόσος της οποίας η αιτιολογία είναι άγνωστη.