Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀφέλσιμος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ὀφέλσῐμος Medium diacritics: ὀφέλσιμος Low diacritics: οφέλσιμος Capitals: ΟΦΕΛΣΙΜΟΣ
Transliteration A: ophélsimos Transliteration B: ophelsimos Transliteration C: ofelsimos Beta Code: o)fe/lsimos

English (LSJ)

ον, poet. for ὠφέλιμος, Call.Ap.94, Orph.A.469, Opp. H.3.429.

German (Pape)

[Seite 425] poet. = ὠφέλιμος, nützlich; Orph. Arg. 471; Opp. Hal. 3, 429.

Greek (Liddell-Scott)

ὀφέλσῐμος: -ον, ποιητ. ἀντὶ ὠφέλιμος, Καλλ. εἰς Ἀπόλλ. 94, Ὀρφ. Ἀργ. 467, Ὀππ. Ἀλ. 3. 429.

Greek Monolingual

ὀφέλσιμος, -ον (Α)
(ποιητ. τ.) ωφέλιμος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀφέλλω (ΙΙ), πιθ. μέσω αμάρτυρου τ. ὄφελσις, κατά τα χρήσιμος, ὀνήσιμος.