Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀνήσιμος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὀνήσῐμος Medium diacritics: ὀνήσιμος Low diacritics: ονήσιμος Capitals: ΟΝΗΣΙΜΟΣ
Transliteration A: onḗsimos Transliteration B: onēsimos Transliteration C: onisimos Beta Code: o)nh/simos

English (LSJ)

ον,

   A useful, profitable, beneficial, h.Merc.30, A.Eu.924 (lyr.) ; πεπονθὼς ὀνήσιμα S.Ant.995, cf. Aj.665, etc. ; aiding, succouring, ἔγχος Id.Tr.1014 (lyr.). Adv. -μως Pl.Lg.747c.

German (Pape)

[Seite 346] ον, nützlich, ersprießlich; βίου τύχαι, Aesch. Eum. 884; ἐχθρῶν ἄδωρα δῶρα κοὐκ ὀνήσιμα, Soph. Ai. 650; Ant. 982. – Adv., Plat. ἱκανῶς τε καὶ ὀνησίμως κτήσεσθαι, Legg. V, 747 c.

Greek (Liddell-Scott)

ὀνήσιμος: -ον, χρήσιμος, ὠφέλιμος, εὐεργετικός, Αἰσχύλ. Εὐμ. 924· πεπονθὼς ὀνήσιμα Σοφ. Ἀντ. 995, πρβλ. Αἴ. 665, κτλ.· βοηθῶν, βοηθητικός, ἔγχος ὁ αὐτ. ἐν Τρ. 1013. ― Ἐπίρρ. -μως, Πλάτ. Νόμ. 747C.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
utile, profitable, secourable.
Étymologie: ὀνίνημι.

Greek Monolingual

ὀνήσιμος, -ον (Α) όνησις
1. χρήσιμος, ωφέλιμος, ευεργετικός
2. (για πράγματα) εξυπηρετικός
3. φρ. «ὀνήσιμα πάσχω» — ευεργετούμαι.
επίρρ...
ὀνησίμως (Α)
με ωφέλιμο, χρήσιμο τρόπο.

Greek Monotonic

ὀνήσιμος: -ον (ὀνίνημι), χρήσιμος, επωφελής, ευεργετικός, σε Αισχύλ., Σοφ.· βοηθητικός, υποστηρικτικός, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

ὀνήσῐμος:
1) полезный, благотворный (βίου τυχαί Aesch.);
2) благодетельный, прекращающий страдания (ἔγχος Soph.).

Middle Liddell

ὀνήσιμος, ον, ὀνίνημι
useful, profitable, beneficial, Aesch., Soph.: aiding, succouring, Soph.