Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὑαλώδης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ὑᾰλώδης Medium diacritics: ὑαλώδης Low diacritics: υαλώδης Capitals: ΥΑΛΩΔΗΣ
Transliteration A: hyalṓdēs Transliteration B: hyalōdēs Transliteration C: yalodis Beta Code: u(alw/dhs

English (LSJ)

ες, A = ὑαλοειδής, of urine, Hp.Coac.146; χυμός Praxag. ap. Gal.6.509; of persons born on Sunday, prob. green, Anatolius in Cat.Cod.Astr. 8(3).188; ὑελώδης, Dsc.3.82 (as v.l.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1168] ες, zsgzgn = ὑαλοειδής, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ὑᾰλώδης: -ες, = ὑαλοειδής, Ἱππ. Κωακ. Προγν. 140, πρβλ. 173Ε· ὑελώδης, Διοσκ. 3. 86.

Greek Monolingual

-ες / ὑαλώδης, -ῶδες, ΝΜΑ, και ὑελώδης, -ῶδες, Α ὕαλος / ὕελος
υαλοειδής
νεοελλ.
1. (βοτ.-μυκητ.) (σχετικά με δομή ή υφή) άχρωμος και διαφανής
2. φυσ.-χημ. άμορφος.