Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠκέως

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek (Liddell-Scott)

ὠκέως: Ἐπίρρ. τοῦ ὠκύς, ταχέως, πρῶτον παρὰ Πινδ., χερσί .. καθέλεν ὠκέως Νέμ. 10, 120.

French (Bailly abrégé)

adv.
rapidement, vite, avec agilité.
Étymologie: ὠκύς.

English (Slater)

ὠκέως v. ὠκύς.

Greek Monotonic

ὠκέως: επίρρ. του ὠκύς, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

ὠκέως: adv. быстро, скоро Pind., Luc.

Middle Liddell

[adverb of ὠκύς, Pind.]