αξιάκουστος

From LSJ

πᾶσα γυνὴ τοῦ λύχνου ἀρθέντος ἡ αὐτή ἐστι → all women are the same in the dark, all women are the same when the lights go out

Source

Greek Monolingual

-ον (AM ἀξιάκουστος, -ον)
αυτός που αξίζει να ακουστεί, να γίνει γνωστός.