αστύνικος

From LSJ

τούτων γάρ ὄνομα μόνον κοινόν, ὁ δέ κατά τοὔνομα λόγος τῆς οὐσίας ἕτεροςthough they have a common name, the definition corresponding with the name differs for each (Aristotle, Categoriae 1a3-4)

Source

Greek Monolingual

ἀστύνικος, η (Α)
«ἀστύνικος πόλις» — η νικήτρια και ένδοξη πόλη (Αισχ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < άστυ + -νικος < νίκη.