Ὅρκον δὲ φεῦγε καὶ δικαίως κἀδίκως (κἂν δικαίως ὀμνύῃς) → Iurare fugias, vere, falso, haud interest → Zu schwören meide, gleich ob richtig oder falsch
Full diacritics: στάφος | Medium diacritics: στάφος | Low diacritics: στάφος | Capitals: ΣΤΑΦΟΣ |
Transliteration A: stáphos | Transliteration B: staphos | Transliteration C: stafos | Beta Code: sta/fos |
στάφος: «σκάφος. λεκάνη» Ἡσύχ.
τὸ, Α
(κατά τον Ησύχ.) «σκάφος, λεκάνη».
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πιθ. αντί σκάφος.