ἐπιγναμπτός: Difference between revisions
From LSJ
Ὅμοια πόρνη δάκρυα καὶ ῥήτωρ ἔχει → Lacrumae oratori eaedem ac meretrici cadunt → Von Dirne und von Redner sind die Tränen gleich
(4) |
(2) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{lsm | {{lsm | ||
|lsmtext='''ἐπιγναμπτός:''' -ή, -όν, [[κυρτός]], [[στριφτός]], [[στριφογυριστός]], σε Ύμν. Όμηρ. | |lsmtext='''ἐπιγναμπτός:''' -ή, -όν, [[κυρτός]], [[στριφτός]], [[στριφογυριστός]], σε Ύμν. Όμηρ. | ||
}} | |||
{{elru | |||
|elrutext='''ἐπιγναμπτός:''' изогнутый, витой ([[ἕλιξ]] HH). | |||
}} | }} |
Revision as of 20:20, 31 December 2018
English (LSJ)
ή, όν,
A curved, twisted, ἕλικες h.Ven.87.
Greek (Liddell-Scott)
ἐπιγναμπτός: -ή, -όν, κεκαμμένος, συνεστραμμένος, εἶχε δὲ ἐπιγναμπτὰς ἕλικας Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀφροδ. 87.
French (Bailly abrégé)
ή, όν :
recourbé.
Étymologie: ἐπιγνάμπτω.
Greek Monolingual
ἐπιγναμπτός, -ή, -όν (Α) επιγνάμπτω
λυγισμένος, στριφογυρισμένος.
Greek Monotonic
ἐπιγναμπτός: -ή, -όν, κυρτός, στριφτός, στριφογυριστός, σε Ύμν. Όμηρ.
Russian (Dvoretsky)
ἐπιγναμπτός: изогнутый, витой (ἕλιξ HH).