ήρεμος: Difference between revisions
From LSJ
ὥστε πλείους ἢ χιλίας ἱεροδούλους ἐκέκτητο ἑταίρας → it owned more than a thousand temple-slaves, courtesans
(16) |
m (Text replacement - " »" to "»") |
||
(2 intermediate revisions by the same user not shown) | |||
Line 1: | Line 1: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=-η, -ο (AM [[ἤρεμος]], -ον)<br />[[ήσυχος]], [[γαλήνιος]], [[ατάραχος]] (α. «[[είμαι]] ψυχικά [[ήρεμος]]» β. «[[ἤρεμος]] και [[ἡσύχιος]] [[βίος]]», ΚΔ)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>το ἤρεμον</i><br />η [[στιλπνότητα]]. <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>ηρέμως</i> και [[ηρέμα]] και <i>ήρεμα</i> (AM ἠρέμως και [[ἠρέμα]], Α και [[ἠρεμί]] και [[ἠρεμεί]])<br />[[ήσυχα]], όχι βίαια, [[σιγά]] [[σιγά]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> λίγο, [[ελαφρώς]] («[[ἠρέμα]] | |mltxt=-η, -ο (AM [[ἤρεμος]], -ον)<br />[[ήσυχος]], [[γαλήνιος]], [[ατάραχος]] (α. «[[είμαι]] ψυχικά [[ήρεμος]]» β. «[[ἤρεμος]] και [[ἡσύχιος]] [[βίος]]», ΚΔ)<br /><b>αρχ.</b><br /><b>το ουδ. ως ουσ.</b> <i>το ἤρεμον</i><br />η [[στιλπνότητα]]. <br /><b>επίρρ.</b><i>..</i><br /><i>ηρέμως</i> και [[ηρέμα]] και <i>ήρεμα</i> (AM ἠρέμως και [[ἠρέμα]], Α και [[ἠρεμί]] και [[ἠρεμεί]])<br />[[ήσυχα]], όχι βίαια, [[σιγά]] [[σιγά]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> λίγο, [[ελαφρώς]] («[[ἠρέμα]] ριγοῦν», <b>Πλάτ.</b>)<br /><b>2.</b> <b>(θέατρ.)</b> (για τον σκηνικό [[ψίθυρο]] που [[είναι]] προορισμένος να ακουστεί από το κοινό) ψιθυριστά<br /><b>3.</b> βαθμιαία, [[προοδευτικά]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ</span></b> Υποχωρητ. [[σχηματισμός]] από το [[ηρεμώ]]]. | ||
}} | }} |
Latest revision as of 17:15, 27 March 2021
Greek Monolingual
-η, -ο (AM ἤρεμος, -ον)
ήσυχος, γαλήνιος, ατάραχος (α. «είμαι ψυχικά ήρεμος» β. «ἤρεμος και ἡσύχιος βίος», ΚΔ)
αρχ.
το ουδ. ως ουσ. το ἤρεμον
η στιλπνότητα.
επίρρ...
ηρέμως και ηρέμα και ήρεμα (AM ἠρέμως και ἠρέμα, Α και ἠρεμί και ἠρεμεί)
ήσυχα, όχι βίαια, σιγά σιγά
αρχ.
1. λίγο, ελαφρώς («ἠρέμα ριγοῦν», Πλάτ.)
2. (θέατρ.) (για τον σκηνικό ψίθυρο που είναι προορισμένος να ακουστεί από το κοινό) ψιθυριστά
3. βαθμιαία, προοδευτικά.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ Υποχωρητ. σχηματισμός από το ηρεμώ].