κούμπωμα: Difference between revisions

From LSJ

καλῶς γέ μου τὸν υἱὸν ὦ Στιλβωνίδη εὑρὼν ἀπιόντ' ἀπὸ γυμνασίου λελουμένον οὐκ ἔκυσας, οὐ προσεῖπας, οὐ προσηγάγου, οὐκ ὠρχιπέδισας, ὢν ἐμοὶ πατρικὸς φίλος → Ah! Is this well done, Stilbonides? You met my son coming from the bath after the gymnasium and you neither spoke to him, nor kissed him, nor took him with you, nor ever once felt his balls. Would anyone call you an old friend of mine?

Source
(21)
 
m (Text replacement - "<i>τὰ [[" to "τὰ [[")
 
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=το (Α [[κόμβωμα]]) <b>νεοελλ.</b> η [[σύνδεση]], η [[προσαρμογή]] κουμπιού στην [[κουμπότρυπα]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> <i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> [[στόλισμα]]<br /><b>2.</b> ([[κατά]] το λεξ. [[Σούδα]]) <b>στον πληθ.</b> <i>τὰ [[κομβώματα]]<br />καλλωπίσματα.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Ο τ. [[κούμπωμα]] <span style="color: red;"><</span> [[κουμπώνω]], ενώ ο τ. [[κόμβωμα]] <span style="color: red;"><</span> <i>κομβῶ</i>].
|mltxt=το (Α [[κόμβωμα]]) <b>νεοελλ.</b> η [[σύνδεση]], η [[προσαρμογή]] κουμπιού στην [[κουμπότρυπα]]<br /><b>αρχ.</b><br /><b>1.</b> <i>([[κατά]] τον <b>Ησύχ.</b>)</i> [[στόλισμα]]<br /><b>2.</b> ([[κατά]] το λεξ. [[Σούδα]]) <b>στον πληθ.</b> τὰ [[κομβώματα]]<br />καλλωπίσματα.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> Ο τ. [[κούμπωμα]] <span style="color: red;"><</span> [[κουμπώνω]], ενώ ο τ. [[κόμβωμα]] <span style="color: red;"><</span> <i>κομβῶ</i>].
}}
}}

Latest revision as of 12:30, 14 January 2019

Greek Monolingual

το (Α κόμβωμα) νεοελλ. η σύνδεση, η προσαρμογή κουμπιού στην κουμπότρυπα
αρχ.
1. (κατά τον Ησύχ.) στόλισμα
2. (κατά το λεξ. Σούδα) στον πληθ. τὰ κομβώματα
καλλωπίσματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κούμπωμα < κουμπώνω, ενώ ο τ. κόμβωμα < κομβῶ].