λιγύπνοιος: Difference between revisions
From LSJ
Ῥύπος γυνὴ πέφυκεν ἠργυρωμένος → Woman is silver-plated dirt → Argento sordes illitas puta mulierem → Mit Silber überzogner Schmutz ist eine Frau
mNo edit summary |
|||
Line 17: | Line 17: | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=[[λιγύπνοιος]] και [[λιγύπνοος]], -οον και [[λιγύπνους]], -ουν (Α)<br />(για άνεμο) αυτός που πνέει με διαπεραστικό ήχο.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[λιγύς]] «[[οξύς]], [[δυνατός]]» <span style="color: red;">+</span> -<i>πνοιος</i> / -<i>πνους</i> (<span style="color: red;"><</span> [[πνοιά]] / [[πνοή]]), | |mltxt=[[λιγύπνοιος]] και [[λιγύπνοος]], -οον και [[λιγύπνους]], -ουν (Α)<br />(για άνεμο) αυτός που πνέει με διαπεραστικό ήχο.<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[λιγύς]] «[[οξύς]], [[δυνατός]]» <span style="color: red;">+</span> -<i>πνοιος</i> / -<i>πνους</i> (<span style="color: red;"><</span> [[πνοιά]] / [[πνοή]]), [[πρβλ]]. [[δίπνοιος]] / [[θεόπνους]]]. | ||
}} | }} | ||
{{lsm | {{lsm |
Revision as of 14:25, 23 August 2021
English (LSJ)
ον, A shrill-blowing, whistling, ἄνεμοι h.Ap.28.
German (Pape)
[Seite 43] = Vorigem, ἄνεμοι, H. h. Apoll. 28. S. das Folgde.
Greek (Liddell-Scott)
λῐγύπνοιος: -ον, (πνοὴ) = τῷ προηγ., Ὁμ. Ὕμν. εἰς Ἀπόλλ. 28.
Greek Monolingual
λιγύπνοιος και λιγύπνοος, -οον και λιγύπνους, -ουν (Α)
(για άνεμο) αυτός που πνέει με διαπεραστικό ήχο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λιγύς «οξύς, δυνατός» + -πνοιος / -πνους (< πνοιά / πνοή), πρβλ. δίπνοιος / θεόπνους].
Greek Monotonic
λῐγύπνοιος: -ον (πνοιή), = το προηγ., σε Ομηρ. Ύμν.
Russian (Dvoretsky)
λῐγύπνοιος: HH = λιγυπνείων.
Middle Liddell
λῐγύ-πνοιος, ον πνοιή = λῐγυπνείων, Hhymn.]