ἀρότης: Difference between revisions

From LSJ

Ούτως είη ημίν ο Θεός βοηθός και το Ιερόν Αυτού Ευαγγέλιον → So help us God and His holy Gospel

Source
m (Text replacement - "(?s)({{ls\n\|lstext.*}}\n)({{bailly.*}}\n)" to "$2$1")
m (Text replacement - "(?s)(\n{{ls\n\|lstext.*}})(\n{{.*}})(\n{{elru.*}})" to "$3$1$2")
Line 18: Line 18:
{{bailly
{{bailly
|btext=ου (ὁ) :<br />laboureur.<br />'''Étymologie:''' [[ἀρόω]].
|btext=ου (ὁ) :<br />laboureur.<br />'''Étymologie:''' [[ἀρόω]].
}}
{{elru
|elrutext='''ἀρότης:''' ου ὁ Her. = [[ἀροτήρ]].
}}
}}
{{ls
{{ls
Line 27: Line 30:
{{lsm
{{lsm
|lsmtext='''ἀρότης:''' -ου, ὁ, = το προηγ., σε Ηρόδ., Πίνδ.
|lsmtext='''ἀρότης:''' -ου, ὁ, = το προηγ., σε Ηρόδ., Πίνδ.
}}
{{elru
|elrutext='''ἀρότης:''' ου ὁ Her. = [[ἀροτήρ]].
}}
}}

Revision as of 18:30, 3 October 2022

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ᾰ̓ρότης Medium diacritics: ἀρότης Low diacritics: αρότης Capitals: ΑΡΟΤΗΣ
Transliteration A: arótēs Transliteration B: arotēs Transliteration C: arotis Beta Code: a)ro/ths

English (LSJ)

ου, ὁ, = ἀροτήρ (plougher, husbandman, begetter, father), Pi. I. 1.48, Hdt. 4.2, Pherecr. 130 ; βόες ἀ. Hp. Art. 8, cf. Ael. VH 5.14 ; Πιερίδων ἀρόται workmen of the Muses, i.e. poets, Pi. N. 6.32 ; ἀ. κύματος seaman, Call. Fr. 436.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ
• Prosodia: [ᾰ]
1 gener. campesino, labrador Pherecr.137.1, Plu.2.406c, Nonn.D.1.111, A.D.Adu.135.16
op. νομάδες: Σκύθαι ... οὐ γὰρ ἀρόται εἰσὶ ἀλλὰ νομάδες Hdt.4.2
arador, yuntero βοῶν οἱ ἀρόται Hp.Art.8, cf. Ael.VH 5.14
fig. Πιερίδων ἀρόται aradores de las Musas e.d. los poetas Pi.N.6.32
ἀρόται κύματος los marinos Call.Fr.572.
2 como adj. de labor βοῦς A.R.1.1217.

German (Pape)

[Seite 357] ὁ, = ἀροτήρ, Pind. I. 1, 48 N. 6, 33; Ap. Rh. 1, 1217; βοῦς Ael. V. H. 5, 14; κύματος, Schiffer, Callim. frg. 436.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
laboureur.
Étymologie: ἀρόω.

Russian (Dvoretsky)

ἀρότης: ου ὁ Her. = ἀροτήρ.

Greek (Liddell-Scott)

ἀρότης: -ου, ὁ = τῷ προηγ., Πινδ. Ι. 1. 67, Ἡρόδ. 4. 2, Φερεκρ. ἐν «Πέρσαις» 1· βόες ἀρ. Ἱππ. π. Ἄρθρ. 784· Περίδων ἀρόται, θεράποντες τῶν Μουσῶν, δηλ. ποιηταί, Πίνδ. Ν. 6. 55· ἀρόται κύματος, ἐργάται τῆς θαλάσσης, ναῦται, Καλλιμ. Ἀποσπ. 436

Greek Monolingual

ἀρότης, ο (Α) αρώ
αυτός που οργώνει.

Greek Monotonic

ἀρότης: -ου, ὁ, = το προηγ., σε Ηρόδ., Πίνδ.