κορακιστί: Difference between revisions

From LSJ

ῥᾴδιον φθείρειν φαρμακεύσεσιν ἢ ἀποτροπαῖς ἢ καὶ κλοπαῖς → easy to spoil by means of sorcery or diverting or theft

Source
(6_7)
 
(21)
Line 1: Line 1:
{{ls
{{ls
|lstext='''κορᾰκιστί''': Ἐπίρρ., κατὰ τρόπον [[κόρακος]], Ἰω. Χρυσ.
|lstext='''κορᾰκιστί''': Ἐπίρρ., κατὰ τρόπον [[κόρακος]], Ἰω. Χρυσ.
}}
{{grml
|mltxt=[[κορακιστί]] (Α)<br /><b>επίρρ.</b> στη [[γλώσσα]] τών κοράκων, [[κορακίστικα]] («μὴ κορακιστὶ φθέγγεσθε, ὦ ἀνόητοι, [[καθάπερ]] τὰ [[παιδία]]», Ιωάνν. Χρυσ.).<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[κόραξ]], -<i>κος</i> <span style="color: red;">+</span> επιρρμ. κατάλ. -<i>ιστί</i> με σημ. «στη [[γλώσσα]]» ή «με τρόπο» (<b>[[πρβλ]].</b> <i>βαρβαρ</i>-<i>ιστί</i>, <i>ελλην</i>-<i>ιστί</i>)].
}}
}}

Revision as of 07:25, 29 September 2017

Greek (Liddell-Scott)

κορᾰκιστί: Ἐπίρρ., κατὰ τρόπον κόρακος, Ἰω. Χρυσ.

Greek Monolingual

κορακιστί (Α)
επίρρ. στη γλώσσα τών κοράκων, κορακίστικα («μὴ κορακιστὶ φθέγγεσθε, ὦ ἀνόητοι, καθάπερ τὰ παιδία», Ιωάνν. Χρυσ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κόραξ, -κος + επιρρμ. κατάλ. -ιστί με σημ. «στη γλώσσα» ή «με τρόπο» (πρβλ. βαρβαρ-ιστί, ελλην-ιστί)].