παρακαταλείπω: Difference between revisions
From LSJ
τὸ ἐγδοχῖον τοῦ ὕδατος καὶ τὰ ἐν τῆι πόλει ὑδραγώγια → the water reservoir and the conduits in the city (or on the acropolis)
(30) |
(5) |
||
Line 21: | Line 21: | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=Α<br />[[αφήνω]] σε κάποιον [[κάτι]] ή κάποιον («τῆς ἄλλης στρατιᾱς παρακαταλιπόντες αὐτοῑς ὀλίγους», <b>Θουκ.</b>). | |mltxt=Α<br />[[αφήνω]] σε κάποιον [[κάτι]] ή κάποιον («τῆς ἄλλης στρατιᾱς παρακαταλιπόντες αὐτοῑς ὀλίγους», <b>Θουκ.</b>). | ||
}} | |||
{{lsm | |||
|lsmtext='''παρακαταλείπω:''' [[φεύγω]] μαζί με κάποιον, <i>τινά τινι</i>, σε Θουκ. | |||
}} | }} |
Revision as of 00:52, 31 December 2018
English (LSJ)
A leave with one, τινά τινι Th.6.7; leave as deputy, D.C.46.37.
German (Pape)
[Seite 481] (s. λείπω), dabei zurücklassen, τινί τινα, D. Cass. 46, 37 u. öfter.
Greek (Liddell-Scott)
παρακαταλείπω: καταλείπω παρά τινι, τινά τινι Θουκ. 6. 7, Δίων Κ. 46. 37.
French (Bailly abrégé)
laisser qqn auprès de, τινι.
Étymologie: παρά, καταλείπω.
Greek Monolingual
Α
αφήνω σε κάποιον κάτι ή κάποιον («τῆς ἄλλης στρατιᾱς παρακαταλιπόντες αὐτοῑς ὀλίγους», Θουκ.).
Greek Monotonic
παρακαταλείπω: φεύγω μαζί με κάποιον, τινά τινι, σε Θουκ.