θυγατριδούς: Difference between revisions

From LSJ

ἢν μή τις ὥσπερ σφηκιὰν βλίττῃ με κἀρεθίζῃ → may no one squeeze me and tease me like a wasp | may no one smoke me and tease me like a wasp | but if anyone annoys me and rifles my nest, they'll find a wasp inside | still if you wake a wasps' nest then of wasps you must beware

Source
m (Text replacement - "<b>πρβλ.</b>" to "πρβλ.")
m (Text replacement - "οῡ" to "οῦ")
Line 1: Line 1:
{{grml
{{grml
|mltxt=θυγατριδοῡς και θυγατρίδης, ὁ (Α)<br /><b>βλ.</b> [[θυγατριδεύς]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <i>θυγατρ</i>-<i>ιδοῦς</i> <span style="color: red;"><</span> θ. <i>θυγατρ</i>- του [[θυγάτηρ]] ([[πρβλ]]. γεν. <i>θυγατρ</i>-<i>ός</i>, δοτ. <i>θυγατρ</i>-<i>ί</i>) <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>ιδοῦς</i> (<span style="color: red;"><</span> -<i>ιδ</i>-<i>εός</i> με [[συναίρεση]]), δηλωτική του απογόνου ([[πρβλ]]. <i>αδελφ</i>-<i>ιδούς</i>)].
|mltxt=θυγατριδοῦς και θυγατρίδης, ὁ (Α)<br /><b>βλ.</b> [[θυγατριδεύς]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <i>θυγατρ</i>-<i>ιδοῦς</i> <span style="color: red;"><</span> θ. <i>θυγατρ</i>- του [[θυγάτηρ]] ([[πρβλ]]. γεν. <i>θυγατρ</i>-<i>ός</i>, δοτ. <i>θυγατρ</i>-<i>ί</i>) <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>ιδοῦς</i> (<span style="color: red;"><</span> -<i>ιδ</i>-<i>εός</i> με [[συναίρεση]]), δηλωτική του απογόνου ([[πρβλ]]. <i>αδελφ</i>-<i>ιδούς</i>)].
}}
}}

Revision as of 20:00, 13 June 2022

Greek Monolingual

θυγατριδοῦς και θυγατρίδης, ὁ (Α)
βλ. θυγατριδεύς.
[ΕΤΥΜΟΛ. θυγατρ-ιδοῦς < θ. θυγατρ- του θυγάτηρ (πρβλ. γεν. θυγατρ-ός, δοτ. θυγατρ-ί) + κατάλ. -ιδοῦς (< -ιδ-εός με συναίρεση), δηλωτική του απογόνου (πρβλ. αδελφ-ιδούς)].