υἱδοῦς: Difference between revisions
From LSJ
ὥστε πλείους ἢ χιλίας ἱεροδούλους ἐκέκτητο ἑταίρας → it owned more than a thousand temple-slaves, courtesans
(42) |
m (Text replacement - "οῡ" to "οῦ") |
||
Line 3: | Line 3: | ||
}} | }} | ||
{{grml | {{grml | ||
|mltxt=και | |mltxt=και υἱϊδοῦς, -οῦ, και ὑϊδεύς και υἱϊδεύς, -έως, και ὑϊδός, και ὑϊτός, ο, θηλ. [[ὑϊδῆ]], Α<br />ο [[γιος]] του γιου, ο [[εγγονός]].<br />[<b><span style="color: brown;">ΕΤΥΜΟΛ.</span></b> <span style="color: red;"><</span> [[υἱός]] <span style="color: red;">+</span> κατάλ. -<i>ιδεύς</i> / -<i>ιδῆ</i> (<span style="color: red;"><</span> -<i>ιδ</i>-<i>εή</i> με [[συναίρεση]]) / -<i>ιδοῦς</i> (<span style="color: red;"><</span> -<i>ιδ</i>-<i>εός</i> με [[συναίρεση]]), δηλωτικές απογόνου (<b>πρβλ.</b> <i>θυγατρ</i>-<i>ιδεύς</i>, <i>θυγατρ</i>-<i>ιδῆ</i>, <i>θυγατρ</i>-<i>ιδοῦς</i>)]. | ||
}} | }} |
Revision as of 20:30, 13 June 2022
German (Pape)
[Seite 1175] ὁ, = υἱεύς, Enkel; Xen. An. 5, 6, 37; Plat. Legg. XI, 925 a; Sp.
Greek Monolingual
και υἱϊδοῦς, -οῦ, και ὑϊδεύς και υἱϊδεύς, -έως, και ὑϊδός, και ὑϊτός, ο, θηλ. ὑϊδῆ, Α
ο γιος του γιου, ο εγγονός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < υἱός + κατάλ. -ιδεύς / -ιδῆ (< -ιδ-εή με συναίρεση) / -ιδοῦς (< -ιδ-εός με συναίρεση), δηλωτικές απογόνου (πρβλ. θυγατρ-ιδεύς, θυγατρ-ιδῆ, θυγατρ-ιδοῦς)].